Μία από τις κεντρικές θεωρήσεις της θεραπείας Gestalt είναι ότι η υγιής λειτουργία περιλαμβάνει την καλή επαφή, δηλαδή την συνάντηση και αλληλεπίδραση με τον εαυτό και τους άλλους. Η διακοπή ή διαστρέβλωση της επαφής παρουσιάζεται μέσω ψυχολογικών μηχανισμών που ονομάζονται εμπόδια στην επαφή. Οι εννοιολογικές ρίζες των εμποδίων της επαφής εντοπίζονται στους μηχανισμούς άμυνας στην ψυχαναλυτική θεωρία.
Αντίσταση – Μηχανισμοί Άμυνας
Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, οι αντιστάσεις ή μηχανισμοί άμυνας είναι ψυχολογικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται ασυνείδητα, ώστε το άτομο να προστατευθεί από μη αποδεκτές σκέψεις και συναισθήματα. Ο Sigmund Freud και αργότερα η Anna Freud, όρισαν και κατηγοριοποίησαν τους μηχανισμούς άμυνας, με κυριότερους την Άρνηση, την Απώθηση, την Μετάθεση, την Προβολή, την Εκλογίκευση και άλλους. Σύμφωνα με τον Freud, οι μηχανισμοί άμυνας μπορούν να κάνουν τη ζωή μας προσαρμοστική ή δυσλειτουργική (Bateman & Holmes, 1995).
Εμπόδια στην Επαφή
Από την οπτική της θεραπείας Gestalt, οι άμυνες που αναπτύσσει το άτομο εμποδίζουν την επαφή με τον εαυτό και τους άλλους, και για αυτό χαρακτηρίζονται ως εμπόδια στην επαφή. Οι Perls, Hefferline, και Goodman όρισαν τα εμπόδια της συμβολής, της ενδοβολής, της προβολής, του εγωτισμού, και της αναστροφής, Αργότερα οι Polster & Polster πρόσθεσαν την ανάκλαση και ο Εnright την απευαισθητοποίηση (Γιαμαρέλου κ.ά., 2013).
Πρόκειται για δημιουργικές προσαρμογές που μπορεί να έχουν λειτουργικό χαρακτήρα (υγιείς τρόποι προσαρμογής), όταν χρησιμοποιούνται προσωρινά, από επιλογή.
Για παράδειγμα, όταν αγνοώ την αίσθηση του πονοκεφάλου για να μπορέσω να ολοκληρώσω μια εργασία που πρέπει να γίνει (υγιής χρήση της απευαισθητοποίησης).
Μπορεί όμως να είναι δυσλειτουργικοί (μη υγιείς) όταν χρησιμοποιούνται χρόνια και άκαμπτα, εμποδίζοντας την ανάπτυξη της επίγνωσης και την εξέλιξη του ατόμου.
Ακόμα και τα εμπόδια που χρησιμοποιούνται με μη υγιή τρόπο, κάποτε υπήρξαν λειτουργικά στο πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκαν (πχ. στην παιδική ηλικία), αλλά πλέον εμποδίζουν την προσαρμοστικότητα του ατόμου σε πλαίσια που η χρήση τους είναι ανώφελη.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι για κάθε εμπόδιο διακρίνουμε και έναν αντίθετο πόλο (πχ. Απευαισθητοποίηση – Υπερευασθησία, Συμβολή – Απομόνωση, Αναστροφή – Παρορμητικότητα, κλπ). Βάσει αυτής της θεώρησης, σχηματίζεται ένα συνεχές, όπου η υγιής λειτουργία εξαρτάται από την ευελιξία του ατόμου να “μετακινείται” σε αυτό το συνεχές, αναλόγως των αναγκών του και των συνθηκών του περιβάλλοντος.
Στην Θεραπευτική Διαδικασία Gestalt
Κανένα “εμπόδιο” στην επαφή δεν μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμο ή μη, εκτός του πλαισίου στο οποίο εμφανίζεται. Ένα λειτουργικά υγιές άτομο θα πρέπει να είναι ικανό να κινείται σε όλο το συνεχές που σχηματίζεται από το εκάστοτε εμπόδιο και τον αντίστοιχο πόλο του. Από μία πλήρη και ζωντανή επαφή μέχρι την αποφυγή της επαφής όταν χρειάζεται βάσει των συνθηκών (Joyce & Sills, 2018).
Η δουλειά του θεραπευτή είναι να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να αποκτήσει επίγνωση στο πώς κάνει επαφή, τα εμπόδια που χρησιμοποιεί, και αν/πώς αυτά τα εμπόδια αναστέλλουν την ικανοποίηση των αναγκών του.
Έπειτα να δει ποιες άλλες οπτικές και τρόποι επαφής είναι διαθέσιμοι. Δηλαδή το τι βρίσκεται στο φόντο του θεραπευόμενου αλλά όχι στην επίγνωσή του.
Αρχικά, με την βοήθεια του θεραπευτή, ο θεραπευόμενος θα πρέπει να εντοπίσει τους τρόπους επαφής του και να διερευνήσει το πώς τον επηρεάζουν. Έπειτα, να αναγνωρίσει ποιους άλλους τρόπους επαφής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τι νομίζει ότι θα συνέβαινε αν το έκανε.
Στην συνέχεια ο θεραπευτής δημιουργεί τις κατάλληλες ασφαλείς συνθήκες, ώστε ο θεραπευόμενος να μπορέσει να πειραματιστεί με νέους τρόπους επαφής. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να εκφράσει όλες τις πλευρές του εαυτού και τελικά να τις ενσωματώσει.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας, ο θεραπευτής θα πρέπει να γνωρίζει και να παρατηρεί τους τρόπους επαφής του ίδιου, και πώς αυτοί αλληλεπιδρούν με τους τρόπους επαφής του θεραπευόμενου (Joyce & Sills, 2018).
Βιβλιογραφία
Bateman, A., & Holmes, J. (1995). Introduction to psychoanalysis: Contemporary theory and practice. London: Routledge.
Joyce, P., & Sills, C. (2018). Skills in Gestalt counselling & psychotherapy. New York: Sage
Γιαμαρέλου, Γ., Δίπλας, Γ., Κωνσταντινίδου, Α., Μπάλλιου, Δ., Χατζηλάκου, Κ. (2013). Εισαγωγή στην Ψυχοθεραπεία Gestalt. Αθήνα: Gestalt Foundation.
