Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος της παρουσίασης “Διαστολή – Διάθλαση – Διεύρυνση” που πραγματοποιήθηκε στην Διημερίδας της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Gestalt “Ποι@ νοσεί;” στις 9 και 10 Νοεμβρίου 2024
Τι με σπρώχνει να είμαι σε μια αέναη κίνηση… χωρίς παύση;
Από τι τρέχω να κρυφτώ; Τι αποφεύγω;
Η πόλωση μεταξύ «Being» και «Doing» αναφέρεται σε δύο διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Το «Being» αφορά την αυθόρμητη παρουσία και τη βαθύτερη βίωση της παρούσας στιγμής, ενώ το «Doing» εστιάζει στην επίτευξη στόχων και την κίνηση. Όταν ο ένας πόλος γίνεται μορφή, ο άλλος βρίσκεται στο φόντο.
Τι σημαίνει “Κάνω”;
Το “Doing” αναφέρεται στην ενεργό, προσανατολισμένη στο στόχο πτυχή της συμπεριφοράς και της ζωής ενός ατόμου. Έχει να κάνει με την ανάληψη δράσης, την επίτευξη στόχων και την ενασχόληση με τον εξωτερικό κόσμο.
Η προσκόλληση στο “Doing” αναφέρεται στην υπερβολική έμφαση στην κίνηση, τα επιτεύγματα και την επιφανειακή σύνδεση, ιδίως στο πλαίσιο της σύγχρονης επικοινωνίας, όπως το διαδίκτυο, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτές οι πλατφόρμες δημιουργούν συχνά την ψευδαίσθηση γνήσιων σχέσεων χωρίς όμως αισθητηριακή, ενσώματη επαφή. Η προσκόλληση στο “Doing” μπορεί να οδηγήσει σε αποσύνδεση και έλλειψη πραγματικού σχεσιακού βάθους, αντανακλώντας τη “διαστολή” και τον κατακερματισμό της ανθρώπινης εμπειρίας.
Οι δύο όψεις του DOING
Θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν γενικό διαχωρισμό των πτυχών του Doing, ώστε να μας βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας και των επιπτώσεών του.
Λειτουργική πλευρά του Κάνω:
Έτσι, από τη λειτουργική πλευρά, το “Doing” επιτρέπει στα άτομα να θέτουν στόχους και να εργάζονται προς την κατεύθυνση αυτών. Ενισχύει την παραγωγικότητα, την επίλυση προβλημάτων και την ανάπτυξη. Δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να οικοδομήσουν τη ζωή τους, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, και να δημιουργήσουν ουσιαστικές αλλαγές.
Το Doing παρέχει στα άτομα μια αίσθηση ελέγχου στο περιβάλλον τους. Αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως φορέα αλλαγής. Αυτή η αίσθηση είναι ενδυναμωτική και αποτελεί βασικό μέρος της εκπλήρωσης των δυνατοτήτων κάποιου, καθώς οδηγεί σε απτά αποτελέσματα που αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειές του.
Το «Doing» βοηθά στον προσανατολισμό των ατόμων στον κόσμο, δίνοντάς τους κατεύθυνση και κίνητρο. Αυτή η κίνηση προς τα εμπρός μπορεί να είναι απαραίτητη για την προσωπική ανάπτυξη και την προσαρμογή στις προκλήσεις. Παίζει καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό στόχων, στην επιδίωξη των φιλοδοξιών και στην πλοήγηση στις απαιτήσεις της ζωής.
Δυσλειτουργική πλευρά του Κάνω:
Μία από τις κύριες δυσλειτουργίες του «Doing» εμφανίζεται όταν τα άτομα υπερταυτίζονται με την συνεχή κίνηση και την παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει το πραγματικό προσωπικό κίνητρο, και να διαμορφώνουν την εικόνα εαυτού εξ ολοκλήρου από αυτό που επιτυγχάνουν. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αποσύνδεση από εσωτερικές εμπειρίες και συναισθηματικές ανάγκες. Τα άτομα αισθάνονται τόσο καλά όσο καλό ήταν το τελευταίο τους επίτευγμα.
Η υπερβολική έμφαση στο «Doing» μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση και άγχος. Το να βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση δράσης, χωρίς ισορροπία, αναστοχασμό ή παύση, μπορεί να κατακλύσει τα άτομα. Να παγιδευτούν σε έναν κύκλο ατελείωτων εργασιών, ανίκανοι να σταματήσουν ή να βρουν ευχαρίστηση πέρα από την επίτευξη στόχων.
Επίσης η έμφαση στο «Doing» μπορεί να οδηγήσει τα άτομα να χάσουν την επαφή με τα συναισθήματα, τις σωματικές τους αισθήσεις και ανάγκες. Αυτή η αποσύνδεση μπορεί να εκδηλωθεί ως άγχος, ευερεθιστότητα ή αίσθηση κενού, καθώς προχωρούν πάντα με το βλέμμα στο μέλλον, χωρίς να σταματούν για να βιώσουν το παρόν. Μπορεί επίσης να βλάψει τις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου οι πράξεις αντικαθιστούν τη συναισθηματική παρουσία και η αποτελεσματικότητα αποκτά προτεραιότητα έναντι της αυθεντικής επαφής.
Στη θεραπευτική σχέση
Στη θεραπευτική σχέση, ο πόλος «Doing» μπορεί να εκδηλωθεί όταν ο θεραπευτής ή ο θεραπευόμενος είναι υπερβολικά εστιασμένοι σε εργασίες, παρεμβάσεις ή συγκεκριμένα αποτελέσματα παρά στις σχεσιακές και βιωματικές πτυχές της θεραπείας.
Για παράδειγμα, ένας θεραπευτής μπορεί να δώσει έμφαση σε τεχνικές, επίλυση προβλημάτων ή οδηγίες και συμβουλές χωρίς να δίνει αρκετή προσοχή στη βιωμένη εμπειρία ή τη συναισθηματική παρουσία του θεραπευόμενου και την δική του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο δομημένη, προσανατολισμένη στον στόχο προσέγγιση, περιορίζοντας όμως δυνητικά τη βαθύτερη, αυθεντική επαφή και την πτυχή του «Είμαι», όπου εμφανίζεται αυθόρμητος, γνήσιος διάλογος και παρουσία.
Όταν ένας θεραπευόμενος λειτουργεί από τον πόλο «Doing» στη θεραπεία, μπορεί να επικεντρωθεί στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, στην ολοκλήρωση εργασιών ή στην αναζήτηση γρήγορων λύσεων. Ο θεραπευόμενος μπορεί να αποφύγει τη συναισθηματική διερεύνηση και τη βαθύτερη επίγνωση, και να αναζητά πρακτικά, άμεσα αποτελέσματα. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να αποφύγει την επαφή με την ευαλωτότητά του, το σχεσιακό βάθος ή την ενδοσκόπηση, δίνοντας προτεραιότητα στη μετρήσιμη αλλαγή, εις βάρος της θεραπευτικής διαδικασίας του «είμαι» και μιας αυθεντικής εμπειρίας της παρούσας στιγμής. Αυτό εμποδίζει τη βαθύτερη συναισθηματική και σχεσιακή εργασία, και την αισθητηριακή εξερεύνηση.
Οταν ο θεραπευόμενος είναι έντονα προσανατολισμένος στη δράση και την επίτευξη στόχων, ο θεραπευτής μπορεί να παρασυρθεί και να εμπλακεί σε μια δυναμική που εστιάζει υπερβολικά στις παρεμβάσεις και τα αποτελέσματα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή πολωμένης σχέσης, όπου και οι δύο παραμένουν παγιδευμένοι σε μια αλληλεπίδραση εργαλειακού χαρακτήρα, παραμελώντας τη βαθύτερη σχεσιακή συνάντηση.
Μία σχέση που βρίσκεται κυρίως στο Doing, αντιμετωπίζεται συναλλακτικά, ως μια σχέση I-It όπως την ορίζει ο Martin Buber. Ο άλλος γίνεται ένα αντικείμενο ή μια εργασία προς διαχείριση, εστιάζοντας σε ενέργειες και αποτελέσματα. Αυτό δημιουργεί απόσταση και αποσύνδεση από το Εδώ και Τώρα. Εν αντιθέσει στη σχέση I-Thou, όπου τα άτομα συνδέονται αυθεντικά, είναι παρόντα στη στιγμή και αλληλεπιδρούν με τους άλλους ως ίσους, ενθαρρύνοντας τη βαθύτερη σχεσιακή επαφή.
Ο θεραπευτής, αν δεν έχει γνώση και επίγνωση της επίδρασης αυτής της πόλωσης, μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ενός πεδίου που δίνει έμφαση στη λειτουργικότητα και την παραγωγικότητα, αποφεύγοντας την αυθεντική συνάντηση και την παρουσία στο Εδώ και Τώρα.
Ο θεραπευτής θα πρέπει να αναρωτηθεί: “Πώς αλληλεπιδρούμε τώρα;”
Είναι σημαντικό ο θεραπευτής να συνειδητοποιεί την πόλωση στο πεδίο και να αναλαμβάνει την ευθύνη της επαναφοράς της ισορροπίας, δημιουργώντας έναν χώρο όπου το «Being» και η αυθόρμητη, βιωματική επαφή μπορούν να συνυπάρξουν με το «Doing». Έτσι η θεραπευτική σχέση εξελίσσεται σε μια επανορθωτική εμπειρία απέναντι στην αποξένωση και την επιφανειακή επικοινωνία της σύγχρονης εποχής.
Παράγοντες
Διάφοροι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να οδηγήσουν ένα άτομο να λειτουργεί συνέχεια από τον πόλο “Doing”, όπου αισθάνεται υποχρεωμένος να παραμένει συνεχώς ενεργός, παραγωγικός ή να ασχολείται με εργασίες χωρίς να κάνει παύση για προβληματισμό ή συναισθηματική παρουσία. Για παράδειγμα:
1. Φόβος ανεπάρκειας και χαμηλή αυτοεκτίμηση
Οι άνθρωποι συχνά μένουν σε κατάσταση «Doing» για να αντισταθμίσουν τα συναισθήματα ανεπάρκειας ή χαμηλής αυτοεκτίμησης. Μπορεί να πιστεύουν ότι η αξία τους προέρχεται μόνο από αυτό που παράγουν ή επιτυγχάνουν, παρά από το ποιοι είναι ως άτομα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια υπερκόπωση ή τελειομανία ως τρόπος να αποδεικνύουν την αξία τους.
2. Πολιτιστικές και κοινωνικές πιέσεις
Στις κοινωνίες με κολεκτιβιστικές κουλτούρες, το “Being” εκτιμάται περισσότερο, ενώ στις ατομικιστικές κουλτούρες δίνουν προτεραιότητα στο “Doing” (συμπεριφορά με στόχο)
Πολλοί πολιτισμοί, ειδικά σε υπερ- βιομηχανοποιημένες κοινωνίες, δίνουν τεράστια αξία στην παραγωγικότητα, τα επιτεύγματα και την επιτυχία. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου το «κάνω» έχει προτεραιότητα έναντι του «είμαι».
Φυσικά τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο αυτό έχει πάρει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις από τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου η πίεση να φαινόμαστε επιτυχημένοι ή «πολυάσχολοι» ενισχύεται από τις συνεχείς συγκρίσεις που γίνονται μέσω των social media, όπου οι άνθρωποι επιδεικνύουν τα επιτεύγματα και τον τρόπο ζωής τους.
3. Αποφυγή συναισθημάτων ή εσωτερικής σύγκρουσης
Το να μένεις συνεχώς απασχολημένος επιτρέπει στα άτομα να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν δύσκολα συναισθήματα, ανοιχτούς λογαριασμούς ή εσωτερικές συγκρούσεις. Εστιάζοντας σε εργασίες και δραστηριότητες, μπορούν να ξεφύγουν προσωρινά από συναισθήματα όπως άγχος, θλίψη ή θυμό.
4. Ανεπίλυτο Τραύμα
Για μερικούς, η παραμονή στη λειτουργία “Doing” μπορεί να είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης που αναπτύχθηκε ως απάντηση σε τραύμα ή χρόνιο στρες. Η διαρκής εγρήγορση μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστική ενασχόληση για τη διατήρηση της αίσθησης ελέγχου ή ασφάλειας.
5. Υπερανεπτυγμένο αίσθημα ευθύνης
Μερικοί άνθρωποι έχουν υπερβολικά ανεπτυγμένο αίσθημα ευθύνης, νιώθοντας ότι πρέπει να είναι πάντα παραγωγικοί ή να εξυπηρετούν τους άλλους (για παράδειγμα άτομα που έχουν ταυτιστεί με τον ρόλο του φροντιστή). Μπορεί να νιώθουν ότι το να σταματήσουν ή να αφιερώσουν χρόνο για τον εαυτό τους είναι εγωιστικό.
6. Άγχος και φόβος αποτυχίας
Το άγχος μπορεί να ωθήσει ένα άτομο να παραμείνει σε κατάσταση «Doing» ως ένας τρόπος αποφυγής της πιθανότητας αποτυχίας ή αποφυγής αισθημάτων ανικανότητας. Παραμένοντας συνεχώς απασχολημένοι, μπορεί να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν ή να αποτρέψουν την αποτυχία.
7. Υπανάπτυκτη επίγνωση
Για μερικούς ανθρώπους δεν είναι εύκολο να συντονίζονται με τις συναισθηματικές τους καταστάσεις. Ως αποτέλεσμα, μπορεί αυτόματα να παραμένουν απασχολημένοι αντί να κάνουν μια παύση, αναστοχασμό και να έρθουν σε επαφή με τις ανάγκες τους.
8. Βιασύνη
Τα άτομα νιώθουν πίεση ή άγχος να ολοκληρώσουν κάτι γρήγορα, είτε αυτό αφορά μια εργασία, μια απόφαση, κλπ. Και η οποία συχνά συνοδεύεται από μια αίσθηση ανυπομονησίας.
Η ισορροπία μεταξύ «Doing» και «Being» είναι κρίσιμη για την ανθρώπινη ευημερία. Η κίνηση και παραγωγικότητα είναι αναγκαίες για την επίτευξη στόχων και την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής. Ωστόσο, όταν το «Doing» κυριαρχεί χωρίς την παρουσία του «Being», οδηγεί σε αποσύνδεση από τον εαυτό μας, τους άλλους και το παρόν.
Στη θεραπεία, αλλά και στη ζωή γενικότερα, καλούμαστε να διατηρήσουμε μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Η πρόκληση είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώνει τόσο τη δράση όσο και τη αυθεντική παρουσία, χωρίς να υπερταυτιζόμαστε με τον έναν ή τον άλλο πόλο.
Η αυτοπαρατήρηση, η συνειδητή παύση, και η αναγνώριση της παρούσας στιγμής μας επιτρέπουν να επαναφέρουμε αυτή την ισορροπία. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση, μπορούμε να ζήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη και ουσιαστική ζωή, εστιάζοντας τόσο στο να «κάνουμε» όσο και στο να «είμαστε».
Τελικά, ίσως το ερώτημα που χρειάζεται να θέτουμε πιο συχνά στον εαυτό μας είναι: «Πώς μπορώ να βρίσκομαι στο Εδώ και Τώρα, όντας αληθινά παρών, ακόμη και μέσα στη δράση μου;»
