Η Παράδοξη Θεωρία της Αλλαγής στην Θεραπεία Gestalt

The privilege of a lifetime is to become who you truly are.  ~ Joseph Campbell, The Power of Myth

 

Σε καθημερινές συζητήσεις μπορεί να ακούσουμε απόψεις όπως “ο άνθρωπος δεν αλλάζει”, ή την κάπως πιο αισιόδοξη άποψη: “ο άνθρωπος αλλάζει, όταν θέλει να αλλάξει”. Σύμφωνα όμως με τις φυσικές επιστήμες και την θεωρία πεδίου, η αλλαγή είναι μία αναπόφευκτη διαδικασία, καθώς τα φυσικά συστήματα αλληλεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται συνεχώς. Παρόμοια άποψη έχουν εκφράσει πολλοί φιλόσοφοι διαχρονικά. Για τον Ηράκλειτο η διαρκής κίνηση και μεταβολή αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας. Παρομοίως, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι τα όντα βρίσκονται σε ένα καθεστώς συνεχούς μεταβολής.

Αν και η μεταβολή είναι αναπόφευκτη, η αλλαγή στην συμπεριφορά και στις πράξεις μας είναι πολλές φορές μια αρκετά δύσκολη διαδικασία. Συνήθως αλλάζουμε την συμπεριφορά μας μαθαίνοντας τι λειτουργεί και τι όχι, ενώ μερικές φορές προσπαθούμε να αλλάξουμε συμπεριφορές που δεν μας ικανοποιούν ή τις θεωρούμε αδυναμίες μας. Όταν η προσπάθεια αυτή αποτυγχάνει, τότε μπορεί να ζητήσουμε την βοήθεια κάποιου ψυχοθεραπευτή.

Αρχικά, η ψυχοθεραπεία βασιζόταν σε ένα ιατρικό μοντέλο, όπου ο θεραπευτής ήταν υπεύθυνος για την αποκατάσταση της δυσλειτουργίας. Υπάρχουν εγχειρίδια που περιγράφουν διαδικασίες για διάφορες τεχνικές ψυχοθεραπείας, αλλά έρευνες έχουν δείξει ότι οι παράγοντες της θεραπευτικής σχέσης έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην επιτυχία της θεραπείας, απ’ ότι οι συγκεκριμένες τεχνικές που χρησιμοποιούνται (Norcross & Wampold, 2011) . Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει όλο και πιο σημαντική στη σύγχρονη ψυχοθεραπεία, όπου η αλλαγή δεν γίνεται από κάποιον “ειδικό”, αλλά θεωρείται ως μια διαδικασία με τη δική της δυναμική που υπερβαίνει τα εμπλεκόμενα άτομα και περιλαμβάνει όλο το πεδίο (Roubal & Francesetti, 2022).

 

Η Αλλαγή στην Θεραπεία Gestalt

Στην θεραπεία Gestalt η αλλαγή έρχεται με έναν τρόπο που θεωρείται παράδοξος. Σύμφωνα με τον Beisser (1970), “η αλλαγή συμβαίνει όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι, όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι”. Αν και περιγράφεται ως “θεωρία”, η παράδοξη θεωρία της αλλαγής (ΠΘΑ) που διατυπώθηκε από τον Beisser θα μπορούσε να ονομαστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ως αρχή (Joyce & Sills, 2018). Η αρχή αυτή προτείνει ότι ένα άτομο χρειάζεται να αποδεχθεί πλήρως αυτό που είναι. Η προσπάθεια αλλαγής σύμφωνα με κάποια άκαμπτη εικόνα είναι αυτό που παρεμποδίζει τη διαδικασία της φυσικής εξέλιξης. Τα τελευταία χρόνια, πολλές μορφές θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας αποδοχής και δέσμευσης (ACT), της γνωστικής θεραπείας με βάση την ενσυνειδητότητα (MBCT), της συναισθηματικά εστιασμένης θεραπείας (EFT) και της διαλεκτικής συμπεριφορικής θεραπείας (DBT), έχουν υιοθετήσει την ΠΘΑ (Joyce & Sills, 2018).

Η ΠΘΑ αναφέρεται σε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της θεραπείας Gestalt, την διαδικασία της επίγνωσης. Η επίγνωση αφορά σε σωματικές αισθήσεις, σκέψεις, συναισθήματα, ανάγκες, και συμπεριφορές, σε συνάρτηση με τις συνθήκες του περιβάλλοντος στο Εδώ και Τώρα. Η απόκτηση επίγνωσης σε μέρη του πεδίου οργανισμού – περιβάλλοντος που προηγουμένως βρίσκονταν εκτός επίγνωσης, προκαλεί αναδιοργάνωση του πεδίου, και την δυνατότητα αλλαγής (Wheeler, 1998). Ο θεραπευόμενος μπορεί να καταλάβει ποιες συμπεριφορές δεν λειτουργούν, μπορεί να γίνει δημιουργικός και να πειραματιστεί με νέες συμπεριφορές ή/και να προσπαθήσει να αλλάξει το περιβάλλον, έτσι ώστε να καλύπτονται καλύτερα οι ανάγκες του ατόμου και του περιβάλλοντος (Yontef & Fuhr, 2005). Πλέον ο θεραπευόμενος έχει την επιλογή και την ευθύνη για το αν θα αλλάξει ή όχι.

Ένα άτομο που αναζητά την αλλαγή μέσω της θεραπείας βρίσκεται συχνά σε σύγκρουση με τουλάχιστον δύο αντιμαχόμενες ενδοψυχικές πλευρές και κινείται συνεχώς μεταξύ αυτού που “θα έπρεπε να είναι” και αυτού που νομίζει ότι “είναι”, χωρίς ποτέ να ταυτίζεται πλήρως με καμία από τις δύο (Beisser, 1970). Στην θεωρία της θεραπείας Gestalt η σύγκρουση αυτή ονομάζεται πόλωση.

Η “πόλωση” αναφέρεται στη δυναμική ισορροπία μεταξύ αντίθετων δυνάμεων ή πτυχών του εαυτού, όπως σκληρό/μαλακό ή ενεργητικό/παθητικό, οι οποίες αλληλεπιδρούν συνεχώς και επηρεάζουν η μία την άλλη. Η ψυχολογική ευημερία και η εξέλιξη ενός ατόμου καθορίζεται από την ικανότητά του να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ αυτών των αντίθετων δυνάμεων ή πτυχών του εαυτού, αντί να προτιμά άκαμπτα τη μία πλευρά από την άλλη. Ο θεραπευτής Gestalt βοηθά τον ασθενή να συνειδητοποιήσει τις πολώσεις του, να διερευνήσει πώς αλληλεπιδρούν, και να πειραματιστεί με διαφορετικούς τρόπους επίτευξης ισορροπίας. Βρίσκοντας μια δυναμική ισορροπία μεταξύ αυτών των πολώσεων, ο θεραπευόμενος είναι σε θέση να ενσωματώσει καλύτερα όλες τις πτυχές του εαυτού του, και να ζήσει μια πιο ολοκληρωμένη ζωή. Είναι σύνηθες τα ενδοβαλλόμενα μηνύματα από προηγούμενες εμπειρίες να περιορίζουν την αυτογνωσία, την αυτοαποδοχή και την ανάπτυξη, δημιουργώντας μια νοοτροπία του “πρέπει” (Yontef & Fuhr, 2005).

Αν και θεωρητικά είμαστε ικανοί να ενσωματώσουμε όλες τις αντικρουόμενες πλευρές μας, στην πράξη οι περισσότεροι έχουμε μάθει να αποστασιοποιούμαστε από χαρακτηριστικά και συμπεριφορές που απαγορεύτηκαν ή αποδοκιμάστηκαν από τους γονείς, τους δασκάλους ή τους πολιτισμούς μας (Mackewn, 1997). Όταν οι άνθρωποι δεν ταυτίζονται με μέρη αυτού που πραγματικά είναι, δημιουργείται εσωτερική σύγκρουση και η ενέργεια ενός ατόμου δεν μπορεί να πάει στις απαραίτητες αλληλεπιδράσεις του οργανισμού με το περιβάλλον (Yontef & Fuhr, 2005). Όσο περισσότερο αρνούμαστε οποιαδήποτε πτυχή του εαυτού μας ή της εμπειρίας μας προκειμένου να επιβάλουμε μια αλλαγή, τόσο περισσότερη εσωτερική σύγκρουση δημιουργούμε και τόσο πιο πιθανό είναι να μείνουμε κολλημένοι εκεί που είμαστε.

Μέρος της θεραπευτικής εργασίας είναι η ενέργεια που δαπανάται στην εσωτερική σύγκρουση να αλλάξει κατεύθυνση. Οι αντιφάσεις, οι πολικότητες και η μεταξύ τους ένταση μπορούν να δημιουργήσουν κίνηση. Η θεραπεία Gestalt δεν έχει στόχο να “αλλάξει” τον θεραπευόμενο, αλλά εμπιστεύεται την οργανισμική αυτορρύθμιση. Για αυτό το λόγο, ασχολείται τόσο με τη στασιμότητα όσο και με την κίνηση, καθώς συχνά αποτελούν μέρος ενός ζεύγους πολικοτήτων, και ο θεραπευόμενος πρέπει να έχει επίγνωση της δικής του θέσης για να ξεκινήσει την αλλαγή. Η επίγνωση του θεραπευόμενου είναι το κλειδί για την αλλαγή, και η υποστήριξη του θεραπευτή τον βοηθά να πλοηγηθεί στη διαδικασία και τελικά προς ένα σημείο όπου οι πολικότητες μπορούν να συνεργαστούν με ενιαίο τρόπο (Skottun & Krüger, 2021).

 

Αναζητώντας “Θεραπεία”

Πολλοί άνθρωποι αναζητούν τη θεραπεία με την πεποίθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τον εαυτό τους σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο ή απλά εξαλείφοντας συγκεκριμένα συναισθήματα, σκέψεις ή συμπεριφορές που θεωρούν δυσάρεστες. Ελπίζουν να επιτύχουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού τους που πιστεύουν ότι θα τους κάνει πιο ευτυχισμένους ή πιο επιτυχημένους, όπως το να μην έχουν άγχος ή να είναι αρεστοί σε όλους (Joyce & Sills, 2018).

Οι πελάτες πολλές φορές έρχονται στη θεραπεία βρισκόμενοι σε μια εσωτερική σύγκρουση, διχασμένοι απέναντι στον εαυτό τους και περιμένοντας από τον θεραπευτή να πάρει θέση στην ενδοψυχική τους μάχη. Αυτό συχνά οφείλεται σε εξωτερικά πρότυπα συμπεριφοράς που έχουν μάθει να υιοθετούν, και σε άκαμπτα “πρέπει” απέναντι στη δική τους λειτουργία.

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι προβληματική, επειδή αγνοεί την πολύπλοκη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Όταν οι πελάτες έρχονται στη θεραπεία θέλοντας να απαλλαγούν από κάτι, είτε πρόκειται για παλιό πόνο από την παιδική ηλικία, είτε για σημερινό θυμό, συχνά πρόκειται για μια συγκαλυμμένη επιθυμία να αποφύγουν να νιώσουν κάτι επώδυνο. Μπορεί επίσης να έχουν τη λανθασμένη πεποίθηση ότι η αποδέσμευση από αυτά τα συναισθήματα μπορεί να επιτευχθεί μέσω ισχυροποίησης της βούλησης, αντί να αναγνωρίσουν ότι χρειάζεται μια διαδικασία που απαιτεί εστίαση, επεξεργασία και κλείσιμο ανοιχτών λογαριασμών.

 

Η Στάση του Θεραπευτή Gestalt

Ο θεραπευτής Gestalt πιστεύει ότι ο θεραπευόμενος είναι παγιδευμένος σε μια εσωτερική διχοτόμηση, με το ένα μέρος του να προσπαθεί να αλλάξει το άλλο. Ως εκ τούτου, ο θεραπευτής προσπαθεί να αποφύγει να εγκλωβιστεί σε κάποιον από τους δύο ρόλους, ενθαρρύνοντας τον θεραπευόμενο να αποδεχτεί και τα δύο μέρη του εαυτού του (Beisser, 1970). Ο θεραπευτής ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς ο πελάτης βιώνει μια κατάσταση παρά για το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, εστιάζοντας στα φαινόμενα και την εμπειρία, παρά στις αιτιώδεις σχέσεις ή στην εύρεση λύσεων.

Ο θεραπευτής δεν είναι φορέας αλλαγής, αλλά ένας παράγοντας δημιουργίας συνθηκών που επιτρέπουν στην ανάπτυξη να συμβεί όταν αυτή έχει περιοριστεί ή ανασταλεί. Ο θεραπευτής εμπιστεύεται περισσότερο την οργανισμική αυτορρύθμιση του θεραπευόμενου, παρά κατευθυνόμενες τεχνικές (Yontef & Fuhr, 2005). Πιστεύει στη συνάντηση του θεραπευόμενου όπως είναι, και στην επίγνωση στο Εδώ και Τώρα, έτσι ώστε η αλλαγή να συμβεί χωρίς να επιδιώκεται ένας προκαθορισμένος στόχος. Απορρίπτοντας το ρόλο του φορέα αλλαγής, ο θεραπευτής καθιστά δυνατή την ουσιαστική και ομαλή αλλαγή (Beisser, 1970).

Ο θεραπευτής Gestalt πιστεύει ότι η ψυχολογική ευημερία είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα ταύτισης με ολόκληρο τον εαυτό. Πιστεύει επίσης ότι ο μόνος τρόπος για να αλλάξει ένα άτομο πραγματικά τον εαυτό του ή το περιβάλλον του, είναι να αποδεχτεί και να ταυτιστεί με το πώς είναι, να αποκτήσει επίγνωση και να αποδεχτεί την πραγματικότητα των συνθηκών στις οποίες ζει ή έχει ζήσει, και των επιλογών που κάνει υπό αυτές τις συνθήκες (Yontef & Fuhr, 2005).

Το επίκεντρο των τεχνικών της θεραπείας Gestalt δεν είναι η καθοδηγούμενη αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά μια πειραματική φαινομενολογία, όπου ο θεραπευτής προτείνει στον θεραπευόμενο να δοκιμάσει κάτι νέο, να επικεντρωθεί σε αυτό και να δει τι βιώνει. Ο πραγματικός σκοπός των πειραμάτων είναι η διεύρυνση της επίγνωσης (Yontef & Fuhr, 2005).

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο θεραπευτής μπορεί να αισθάνεται ότι ο θεραπευόμενος δεν διαθέτει του απαραίτητους πόρους που συνεπάγονται από την ΠΘΑ. Αυτό μπορεί να συμβαίνει αν ο θεραπευόμενος βρίσκεται σε κρίση, όπως να έχει βιώσει θάνατο, ατύχημα, ή κακοποίηση και να είναι καταθλιπτικός ή υπερβολικά αγχώδης. Ως συνέπεια, ο θεραπευόμενος δεν έχει την ικανότητα να είναι στο Εδώ και Τώρα, να στοχαστεί πάνω στην κατάστασή του και να είναι διαθέσιμος για επαφή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο θεραπευόμενος χρειάζεται πολλή υποστήριξη και λίγες προκλήσεις, καθώς έχει αρκετά να αντιμετωπίσει στην καθημερινή του ζωή (Skottun & Krüger, 2021).

 

Θεραπευτική σχέση – Επιβεβαίωση – Αποδοχή

        Η θεραπεία Gestalt είναι μια αμοιβαία αλληλεπίδραση, όπου ο θεραπευόμενος κινείται προς την αλλαγή καθώς προσπαθεί να είναι ο εαυτός του μαζί με ένα άλλο άτομο. Η πρακτική επίπτωση της ΠΘΑ είναι ότι οι θεραπευτές πρέπει να αρνηθούν το ρόλο του φορέα αλλαγής και να αρνηθούν να ταυτιστούν με την καταναγκαστική πλευρά του θεραπευόμενου που πιέζει για αλλαγή. Όσο περισσότερο πιέζουμε για την αλλαγή, τόσο πιο πιθανό είναι να ενεργοποιήσουμε μια αντίρροπη δύναμη μέσα στο άτομο ή στο πεδίο, η οποία πιέζει ενάντια στην αλλαγή και επιδιώκει τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Επιπλέον, αν συνταχθούμε με την πλευρά του θεραπευόμενου που θέλει να αλλάξει, θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας μόνο με ένα μέρος του θεραπευόμενου. Συνεπώς, θα έχουμε εγκαταλείψει τη θέση να δουλεύουμε με ολόκληρο το άτομο και παρόλο που ο θεραπευόμενος μπορεί προσωρινά να εκφράσει ικανοποίηση, μακροπρόθεσμα είναι λιγότερο πιθανό να αισθανθεί επιβεβαιωμένος στο σύνολο της ύπαρξής του (Mackewn, 1997).

        Αντ’ αυτού, ο θεραπευτής δημιουργεί μια συμμαχία με τον θεραπευόμενο για να μελετήσουν και να ανακαλύψουν τους τρόπους ύπαρξης του θεραπευόμενου στον κόσμο και πώς αυτοί υποστηρίζουν ή υπονομεύουν τις επιθυμίες και τις προθέσεις του. Μαζί με τον θεραπευόμενο, μπορούν να εργαστούν για την ανάπτυξη μεγαλύτερης επίγνωσης όλων των δυνάμεων που δρουν στο πεδίο.

        Ο θεραπευτής Gestalt δεν προσπαθεί να “αλλάξει” τον θεραπευόμενο, παρά μόνο να κατανοήσει την ύπαρξή του και να τον “συναντήσει” (Jacobs, 1989). Ο θεραπευτής λειτουργεί από μία στάση συμπερίληψης, η οποία επιβεβαιώνει την ύπαρξη ολόκληρου του ατόμου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητάς του για ανάπτυξη (Yontef & Fuhr, 2005). Ο θεραπευτής αφήνεται να παρασυρθεί από την διαδικασία και αποδέχεται τον θεραπευόμενο όπως είναι. Η αποδοχή από τον θεραπευτή αποτελεί βασική στήριξη για την επίγνωση και την αυτο-αποδοχή του θεραπευόμενου (Yontef, 2007).

        Αν ο θεραπευτής νιώσει άγχος ή ορμή να αλλάξει κάτι στον θεραπευόμενο, τότε είναι η κατάλληλη στιγμή να σταθεί και να στηρίξει τον εαυτό του, ώστε να μετατρέψει αυτή την ορμή σε ενθουσιασμό και περιέργεια. Οι Roubal και Francesetti (2022) παραφράζοντας τον Beisser σημειώνουν: “Η αλλαγή συμβαίνει όταν κάποιος (θεραπευτής) γίνεται αυτό που είναι μαζί με τον πελάτη, όχι όταν προσπαθεί να βοηθήσει τον πελάτη να γίνει αυτό που δεν είναι.”

        Όσο περισσότερο ο θεραπευόμενος φέρνει την αποδοχή σε κάθε εμπειρία (ακόμη και αν πρόκειται για την αποδοχή της έλλειψης αποδοχής) τόσο περισσότερο είναι κοντά στην αυθεντικότητά του, ζώντας πλήρως αυτό που είναι, αντί να αγωνίζεται για ένα ιδεώδες για το ποιος “θα έπρεπε” να είναι. Η αλλαγή που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία είναι φυσική και όχι επιβαλλόμενη.

        Η αποδοχή της εμπειρίας αποτελεί προϋπόθεση για την αλλαγή και την ανάπτυξη, ωστόσο δεν μπορεί να επιβληθεί. Η μη-αποδοχή από τον θεραπευόμενο είναι εξίσου σημαντική και πρέπει να κατανοηθεί. Αν για παράδειγμα, ένα άτομο είναι λυπημένο ή θυμωμένο και απρόθυμο να το βιώσει, η ίδια η απροθυμία είναι κομμάτι αυτού που “είναι” ο θεραπευόμενος εκείνη την στιγμή. Σε αυτή την περίπτωση, η εστίαση της προσοχής επικεντρώνεται σε αυτή την απροθυμία.

        Επίσης, η αποδοχή μπορεί να αποτελέσει πρόκληση όταν προκύπτουν εσωτερικές συγκρούσεις, οι οποίες συχνά προέρχονται από πολώσεις μέσα μας, όπως το να θέλουμε να είμαστε ανεξάρτητοι αλλά και να επιθυμούμε τη σύνδεση με τους άλλους. Η θεραπεία Gestalt ενθαρρύνει τα άτομα να διερευνήσουν, να αναγνωρίσουν και να ενσωματώσουν αυτές τις πολικότητες αντί να τις καταπιέζουν ή να τις αρνούνται.

 

Without Contraries is no progression. Attraction and Repulsion, Reason and Energy, Love and Hate, are necessary to Human existence.

~ William Blake, The Marriage of Heaven and Hell

 

Δουλεύοντας με τις Πολώσεις

        Στον καθένα μας υπάρχει ένας άπειρος αριθμός δυνητικών πολώσεων, οι οποίες μπορούν να οριστούν ως οι διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας, όπως η καλοσύνη και ο θυμός, ή ο πόνος και η δυνατότητα να πληγώσουμε τους άλλους. Δυστυχώς, είναι σύνηθες να εξοικειωνόμαστε μόνο με μια πτυχή του εαυτού μας, μένοντας με μια περιορισμένη αντίληψη του ποιοι είμαστε. Η ανατροφή μας και οι εμπειρίες της ζωής μας συχνά επηρεάζουν τα συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς και αντιδράσεων που επιδεικνύουμε (Clarkson & Cavicchia, 2013).

        Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το άτομο που παρουσιάζει ένα στενό φάσμα συμπεριφοράς είναι πιθανό να αρνείται μεγάλες πτυχές του εαυτού του, με αποτέλεσμα την εσωτερική σύγκρουση. Ο θεραπευτής Gestalt πιστεύει ότι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο ον – όχι κατακερματισμένο σε δύο ή περισσότερα αντικρουόμενα μέρη (Beisser, 1970). Εξερευνώντας το αντίθετο αυτών των οικείων μοτίβων και αποκτώντας πλουσιότερη επίγνωση όλων των πτυχών του, το άτομο μπορεί να διευρύνει το ρεπερτόριο των αντιδράσεών του και να αυξήσει το εύρος των επιλογών του.

        Ο θεραπευτής εργάζεται με τις αντικρουόμενες δυνάμεις ή ανάγκες (πόλοι) του θεραπευόμενου δημιουργώντας ένα ασφαλές και ταυτόχρονα προκλητικό περιβάλλον, ώστε να προαχθεί η επίγνωση (Skottun & Krüger, 2021; Γιαμαρέλου κ.α., 2013). Ο θεραπευτής διερευνά τις διαφορές και την αλληλεξάρτηση των αντιθέτων πόλων, καθώς η θεραπεία Gestalt ενδιαφέρεται τόσο για την κίνηση, όσο και για την στασιμότητα. Ο θεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να επενδύσει πλήρως στους ρόλους του, έναν κάθε φορά, και τον ενθαρρύνει να αποδεχτεί και τους δύο ρόλους ως δικούς του (Beisser, 1970).

        Ο θεραπευτής μπορεί να διερευνήσει μαζί με τον θεραπευόμενο πώς έχει καταλήξει να αποκλείει ορισμένα χαρακτηριστικά του, και του προτείνει να περιγράψει, να ζωγραφίσει, ή να υπερτονίσει τον ρόλο με τον οποίο είναι εξοικειωμένος ή/και αυτόν που φοβάται. Ο θεραπευόμενος μπορεί να επιλέξει φιγούρες ή αντικείμενα για να αναπαραστήσει τις γνωστές και τις άγνωστες πλευρές του, ενώ αν ταλαντεύεται μεταξύ των άκρων μπορεί να φανταστεί τη μέση οδό και να την περιγράψει (Mackewn, 1997). Ο θεραπευτής ενθαρρύνει την επικοινωνία μεταξύ των ρόλων, δίνοντας προσοχή όχι μόνο στο τι λέγεται αλλά και στη διαδικασία του διαλόγου, ιδιαίτερα στο πώς το ένα μέρος μιλάει στο άλλο. Η ολοκλήρωση συμβαίνει όταν ο θεραπευόμενος ταυτίζεται με τις αποσπασμένες πλευρές του.

        Ο θεραπευόμενος μπορεί να αντισταθεί στη διερεύνηση των “σκιωδών” ποιοτήτων του, καθώς τις αντιλαμβάνεται ως αρνητικές (Mann, 2010). Ο θεραπευτής μπορεί να λειτουργήσει ως μοντέλο, με τον τρόπο που αποδέχεται και αγκαλιάζει τις απωθημένες πτυχές του θεραπευόμενου αλλά και του ίδιου, ώστε να τον βοηθήσει να δει την αξία των ποιοτήτων που μέχρι πρότινος φοβόταν (Mackewn, 1997).

        Η ψυχολογική ευημερία επιτυγχάνεται μέσω της επέκτασης του εύρους του συνεχούς μεταξύ των πόλων, καθώς ανάμεσα στην ένταση αυτών των αντιθέτων χρειάζεται να βρούμε ένα μέρος για να σταθούμε, ενώ ανταποκρινόμαστε στο μεταβαλλόμενο πεδίο μας (Mann, 2010). Επεκτείνοντας το συνεχές μεταξύ των πόλων, ο θεραπευόμενος αυξάνει την επίγνωσή του και δημιουργεί χώρο για μια πλήρη και διαφοροποιημένη εμπειρία. Από την ΠΘΑ προκύπτει ότι μόνο με την αποδοχή όλων των πλευρών και την υποστήριξη της μεταξύ τους σύγκρουσης, μπορεί να παραχθεί μια νέα δημιουργική λύση (Bandin, 2012).

 

 

 

Οι άνθρωποι συχνά πιστεύουν ότι η αλλαγή αφορά την απαλλαγή ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών και ποιοτήτων. Η Παράδοξη Θεωρία της Αλλαγής του Beisser υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν να απαλλαγούν από ορισμένα χαρακτηριστικά ή ιδιότητες για να αλλάξουν. Αντίθετα, όταν τα άτομα αγκαλιάζουν πλήρως αυτό που είναι, η αλλαγή και η ανάπτυξη θα έρθουν με φυσικό τρόπο. Ως εκ τούτου, είναι πιο αποτελεσματικό να υποστηρίζουμε τους θεραπευόμενους στο να ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είναι, αντί να τους ενθαρρύνουμε να αλλάξουν σε κάτι που πιστεύουν ότι θα έπρεπε να είναι.

Ωστόσο, αυτή η διαδικασία της αυτογνωσίας μπορεί να είναι δύσκολη και άβολη. Απαιτεί από τα άτομα να αφήσουν τις προκατασκευασμένες αντιλήψεις για τον εαυτό τους και τους άλλους και να δουν τον εαυτό τους με διαφάνεια και ζεστασιά, χωρίς κριτική. Ενώ κάποιοι μπορεί να απλοποιήσουν αυτή τη διαδικασία λέγοντας “απλά αποδέξου το”, η θεωρία του Beisser υποδηλώνει ότι το να είσαι πραγματικά ο εαυτός σου είναι ένα πολύπλοκο αλλά μεταμορφωτικό ταξίδι.

Ο θεραπευτής Gestalt αρνείται τον ρόλο του φορέα αλλαγής, και ενθαρρύνει και στηρίζει τον θεραπευόμενο, ώστε μαζί να διερευνήσουν όλες τις πλευρές της ύπαρξής του. Ο θεραπευτής δίνει προσοχή όχι μόνο στο περιεχόμενο της κάθε πλευράς αλλά και στη διαδικασία του διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών μερών του εαυτού. Προσκαλεί τον θεραπευόμενο να πειραματιστεί και να επενδύσει σε διαφορετικούς ρόλους, και να αποδεχτεί και να ενσωματώσει όλα τα μέρη του εαυτού του.

Η ΠΘΑ υποστηρίζει ότι ένα άτομο χρειάζεται να αποδεχθεί πλήρως αυτό που είναι. Όπως σημειώνει η Petruska Clarkson (2013): “Αυτό είναι η Gestalt – όχι το να αλλάξεις αυτό που είναι ή να εύχεσαι να ήταν διαφορετικό, αλλά η αποκατάσταση της φυσικής εκφραστικότητας, κινητικότητας και ζωντάνιας των εμπειριών της κάθε στιγμής, είτε αυτές αφορούν φάσεις εξερεύνησης, είτε ηρεμίας”.

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Γιαμαρέλου, Γ., Δίπλας, Γ., Κωνσταντινίδου, Α., Μπάλλιου, Δ., Χατζηλάκου, Κ. (2013). Εισαγωγή στην Ψυχοθεραπεία Gestalt. Αθήνα: Gestalt Foundation.

Bandin, C. V (2012). Personality: co-creating a dynamic symphony. In Levine (Ed.), Gestalt therapy: Advances in theory and practice. London: Routledge.

Beisser, A. R. (1970/2006). The paradoxical theory of change. In J. Fagan & E. L Shepherd (Eds.), Gestalt therapy now: Theory, techniques, applications. Gouldsboro, ME: The Gestalt Journal Press.

Clarkson, P., & Cavicchia, S. (2013). Gestalt Counselling in Action. London: Sage Publications.

Jacobs, L. (1989). Dialogue in Gestalt theory and therapy. The Gestalt Journal, 12(1), 25-67.

Joyce, P. & Sills, C. (2018). Skills in Gestalt Counselling & Psychotherapy. London: Sage Publications.

Mackewn, J. (1997). Developing Gestalt Counselling. New York: Sage Publications.

Mann, D. (2010). Gestalt therapy: 100 key points and techniques. London: Routledge.

Norcross, J. C., & Wampold, B. E. (2011). Evidence-based therapy relationships: research conclusions and clinical practices. Psychotherapy, 48(1), 98.

Roubal, J., & Francesetti, G. (2022). Field theory in contemporary gestalt therapy part two: paradoxical theory of change reconsidered. Gestalt Review, 26(1), 1-33

Skottun, G. & Krüger, Å. (2021). Gestalt Therapy Practice, Theory and Experiential Learning. London: Routledge.

Wheeler, G. (1998). Gestalt reconsidered (2nd ed.). Cambridge, MA: CIGPress.

Yontef, G. (2007). The power of the immediate moment in Gestalt therapy. Journal of Contemporary Psychotherapy, 37(1), 17-23.

Yontef, G. & Fuhr, R. (2005). Gestalt Therapy Theory of Change. In A. L. Woldt & S. M. Toman (Eds.), Gestalt Therapy: History, Theory, and Practice. London: Sage Publications.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top